Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΦΥΤΡΩΝΑΝ ΟΙ ΜΑΡΓΑΡΙΤΕΣ






ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΦΥΤΡΩΝΑΝ ΟΙ ΜΑΡΓΑΡΙΤΕΣ  ΔΙΗΓΗΜΑ

(ΒΡΑΒΕΥΜEΝΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟ  ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ 31/5/1997)

Toυ Γιάννη Αικατερίνη 



Το μικρό λεωφορείο τον κατέβασε στην πλατεία του χωριού.
Φορούσε ένα τριμμένο καρό σακάκι και στην ίδια κατάσταση περίπου ήταν και το ιδίου χρώματος παντελόνι
Ίσως κάποτε αυτό το σύνολο να ήταν κουστούμι μιας άλλης εποχής.
Από  μέσα φορούσε ένα μαύρο ξεθωριασμένο ζιβάγκο. Αυ­τό βέβαια ήταν κάπως σε καλύτερη κατάσταση από τ' άλλα,

Γέρος γύρω στα εβδομήντα αλλά το περπάτημα του δεν έδειχνε άνθρωπο αυτής της ηλικίας.
Κατέβασε το καπέλο του, ένα πάνινο καφέ χρώματος, ίσα που του σκέπαζε τα αυτιά.
Στην αρχή φάνηκε αναποφάσιστος. Δεν ήξερε ποια κατεύθυνση ν' ακολουθήσει. Το χωριό είχε μεγαλώσει. Η πλατεία φάνταζε πελώρια. Εκεί στη μέση ο πλάτανος, ή­ταν ο ίδιος αλλά του φάνηκε γερασμένος. Γύρω γύρω σε ακτίνα πέντε μέτρων του είχαν κάνει ένα κύκλο με μπετό και μέσα σ' αυτό υπήρχε καταπράσινο γκαζόν.
  
Στη μια του άκρη ήταν μια βρυσούλα και τρία μικρά παγκά­κια πλαισίωναν τον πλάτανο.
Κοίταξε μπρος στα πόδια του. Άσφαλτος. Συλλογίστηκε τις λάσπες που γέμιζε η πλατεία όταν έβρεχε και αυτοί μι­κρά τότε πάταγαν πάνω στις πέτρες να μην βρέξουν τις κάλτσες τους γιατί τα παπούτσια τους ήταν γεμάτα τρύ­πες.

Κάποια ηλικιωμένη πέρασε και στάθηκε δίπλα του. Τον κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω και συνοφρυώθηκε. Δεν τον γνώρισε. Ήταν καλύτερα έτσι. Όμως η καρδιά του φτε­ρούγισε και στο μυαλό του ήρθαν παλιές μα ολοζώντανες εικόνες.

Μια εκδρομή στην πόλη και το απόγευμα στο σινεμά. Αυ­τό είχαν προγραμματίσει τότε οι δυο δάσκαλοι του σχο­λείου του.
Όλο το βράδυ δεν κοιμήθηκε, όχι γιατί θα πήγαιναν στη πόλη αλλά θα είχε άλλη μια ευκαιρία να βρεθεί μαζί με την Ελένη.

Η βόλτα στο μουσείο τον άφησε αδιάφορο και ας τα 'βλεπε για πρώτη φορά. Ήταν μαζί και αυτό είχε σημασία.

Στο σινεμά κάθισαν δίπλα δίπλα και τα χεράκια τους εί­χαν ακουμπήσει το ένα το άλλο και όταν ο Δημήτρης Παπαμιχαήλ φιλούσε την Αλίκη Βουγιουκλάκη τότε η Ελένη του 'σφιξε το χέρι του τόσο πολύ ώστε νόμιζε για μια στιγ­μή ότι τα χείλη της άγγιξαν τα δικά του.

Η γριά Ελένη τον κοίταξε άλλη μια φορά και κατόπιν α­πομακρύνθηκε δισταχτικά.
Ο Μίλτος, ασυνείδητα ίσως, κατέβασε πιο πολύ την τραγιάσκα του. Αν και είχαν περάσει τριάντα ολόκληρα χρόνια φοβόταν...

Το βλέμμα του έκανε ακόμα ένα γύρω στην πλατεία.
Όλα είχαν αλλάξει, τα πάντα. Ακόμη και 'κείνο το βουνό απέναντι, ο Ψηλορείτης του φάνηκε μικρός, όμως έμοιαζε του χαμογελάει, ή ήταν η χαρά που ένοιωθε όταν τον ξανάβλεπε ύστερα από τόσο καιρό.

Πέρα στον καφενέ δυο τρεις νομάτοι έπιναν έξω στο τραπεζάκι τσικουδιά.
Από δίπλα λίγο στο βάθος φαίνονταν το σχολείο. Αυτό δεν είχε αλλάξει τουλάχιστον όσο μπορούσε να δει το μάτι του. Στα αριστερά του το σπίτι του Μανωλάκη. Τι να γινόταν αυτός ο άνθρωπος, ζούσε ακόμη άραγε;

Τράβηξε κατά 'κει και ανηφόρησε τον δρόμο που θα τον οδηγούσε σπίτι του. Βρισκόταν τουλάχιστον πεντακόσια μέτρα σε ένα πλάτωμα. Στα πρώτα εκατό μέτρα ένοιωσε η κούραση να βαραίνει το σώμα του. Όταν ήταν νέος ποτέ δεν είχε νιώσει αυτή την δυσκολία της ανηφόρας και παρότι ο δρόμος τώρα ήταν ίσιος και δεν είχε χαντάκια.

Ήταν Άνοιξη. Η φύση σ' όλη της τη μεγαλοπρέπεια. Η οργιώδης βλάστηση δεξιά και αριστερά έμοιαζε σαν τον δρόμο που θα τον οδηγούσε στον παράδεισο, στο σπίτι του που είχε να δη τριάντα ολόκληρα χρόνια. Πως να ήταν, σε ποια κατάσταση θα βρισκόταν; Ήθελε να τρέξει,  πάει όσο πιο γρήγορα γινόταν, ήθελε να πάει όσο πιο αργά γινόταν για να μην τρομάξει απ' αυτό που ήλπιζε να δει... Δεν ήξερε τι ήθελε...

Ήταν τέτοια η συναισθηματική του φόρτιση ώστε δεν πρόσεξε δίπλα του δυο μικρά παιδιά που τον προσπέρα­σαν γελώντας με τ' αστεία τους. Πιάστηκε στο κορμό ενός πουρναριού και κοίταξε ψηλά τον ήλιο.

Ποτέ του δεν τον είχε δει τόσο όμορφο τόσο λαμπερό τό­σο ανοιξιάτικο. Έσφιξε τα δόντια του και συνέχισε ν' ανη­φορίζει.

Δυο βράχια μπροστά του έκλεισαν τον δρόμο. Από μέσα τους κυλούσε ακόμα εκείνο το ρυάκι που περνούσε έξω από το σπίτι του και κατηφόριζε την πλαγιά. Έσκυψε κι έχωσε τα χέρια του μέσα στη μικρή λιμνούλα που είχε σχηματίσει.

Πάγωσαν αμέσως τα χέρια του και έβρεξε το πρόσωπο του. Ξανάβαλε πάλι μέσα τα χέρια του και τα κράτησε με­ρικά δευτερόλεπτα.

Ήταν μια συνήθεια που την είχε αποκτήσει μικρός καθώς έπαιζε με το νερό. Το ένοιωθε να γλιστρά γύρω στα δά­χτυλα του και αυτό τον γοήτευε. Είχε την αίσθηση ότι χάι­δευε κάτι ζωντανό, κάτι δικό του, ένα ξεχασμένο κομμάτι του εαυτού του που είχε εγκαταλείψει εδώ και πολύ και­ρό. Σηκώθηκε, του απόμειναν ακόμα μόνο λίγα μέτρα να φτάσει στην πλαγιά και να δει μπροστά του το όνειρο.

Έκλεισε τα μάτια του και τα ξανάνοιξε. Ναι! Ναι!.. Ήταν εκεί. Ηλιόλουστο χαρούμενο και τον προσκαλούσε και τον περίμενε καρτερικά τόσα χρόνια τώρα να τον πάρει στην αγκαλιά του. Το σπίτι του!

Δάκρυα κύλησαν στα μάτια του, δεν τα σκούπισε καν και άρχισε να τρέχει, να τρέχει και το όνειρο του τον περίμε­νε.

Πέταξε το καπέλο του. Είδε τρεις φιγούρες να τον κοιτούν  περίεργα.. Ο γιος του, η γριά του και δίπλα ο εγγονός και αυτός έτρεχε, έτρεχε στο όνειρο, έτρεχε εκεί που φύτρωναν οι μαργαρίτες...

Δεν υπάρχουν σχόλια: