Κυριακή 6 Απριλίου 2014

ΤΟ ΒΙΟΤΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ ΔΕΝ ΚΑΝΕΙ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ




Το βιοτικό επίπεδο είναι υπό πίεση ακόμα και σε χώρες που δεν έχουν πληγεί σημαντικά από την κρίση, σχολιάζει ο Gideon Rachman.



Τι καθορίζει τη Δύση; Στους αμερικανούς και ευρωπαίους πολιτικούς αρέσει να μιλούν για τις αξίες και τους θεσμούς. Αλλά για εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, το κρίσιμο σημείο είναι απλό και πιο εύκολο να κατανοηθεί. Η Δύση είναι το μέρος του κόσμου όπου ακόμη και οι απλοί άνθρωποι ζουν άνετα. Αυτό είναι το όνειρο που κάνει τους παράνομους μετανάστες να ρισκάρουν τη ζωή τους, προσπαθώντας να έρθουν στην Ευρώπη ή στις ΗΠΑ.
Ωστόσο, παρότι το δέλεαρ της Δύσης παραμένει έντονο, ο δυτικός κόσμος χάνει την πίστη στο μέλλον της. Την περασμένη εβδομάδα, ο Μπαράκ Ομπάμα έδωσε μία από τις πιο ζοφερές ομιλίες της προεδρίας του. Με αμείλικτους όρους, ο πρόεδρος των ΗΠΑ εξιστόρησε την αύξηση της ανισότητας και τη μείωση της κοινωνικής κινητικότητας, που, όπως λέει, «συνιστούν μια θεμελιώδη απειλή για το αμερικανικό όνειρο, τον τρόπο ζωής μας και το τι πρεσβεύουμε για όλο τον κόσμο».

Μια έρευνα του Pew Research Center, που διεξήχθη σε 39 χώρες αυτή την άνοιξη, ρώτησε: «Θα είναι τα παιδιά στη χώρα σας σε καλύτερη θέση από ό,τι οι γονείς τους;» Μόνο το 33 τοις εκατό των Αμερικανών πίστευαν ότι τα παιδιά τους θα ζήσουν καλύτερα, ενώ το 62 τοις εκατό είπαν ότι θα ζήσουν χειρότερα. Οι Ευρωπαίοι ήταν ακόμη πιο δυσοίωνοι. Μόλις το 28 τοις εκατό των Γερμανών, το 17 τοις εκατό των Βρετανών, το 14 τοις εκατό των Ιταλών και το 9 τοις εκατό των Γάλλων θεωρούν ότι τα παιδιά τους θα είναι σε καλύτερη θέση από ό,τι οι προηγούμενες γενιές. Αυτή η δυτική απαισιοδοξία έρχεται σε έντονη αντίθεση με την αισιοδοξία στον αναπτυσσόμενο κόσμο: το 82 τοις εκατό των Κινέζων, το 59 τοις εκατό των Ινδών και το 65 τοις εκατό των Νιγηριανών πιστεύουν σε ένα μέλλον με μεγαλύτερη ευημερία.
Θα ήταν ωραίο να πιστεύουμε ότι η συζήτηση για την πτώση του βιοτικού επιπέδου των Δυτικών είναι απλώς μια παραπλανητική προβολή. Αλλά, δυστυχώς, οι αριθμοί δείχνουν ότι ο λαός κάτι έχει υπόψιν του. Σύμφωνα με ερευνητές στο Ινστιτούτο Brookings, οι μισθοί των ανδρών που είναι
σε ηλικία εργασίας στις ΗΠΑ – προσαρμοσμένοι στον πληθωρισμό – έχουν μειωθεί κατά 19 τοις εκατό από το 1970. Ο μέσος Αμερικανός –κάποτε η επιτομή του αμερικανικού ονείρου- έχει υποχωρήσει, παρότι τα κέρδη για το top 5 τοις εκατό των εισοδημάτων έχουν εκτοξευθεί στα ύψη. Ακόμα και οι συντηρητικοί πολιτικοί ανησυχούν. Ο γερουσιαστής Marco Rubio, ρεπουμπλικάνος υποψήφιος για την προεδρία το 2016, επισημαίνει ότι οι γονείς του ήταν σε θέση να «φτάσουν στη μεσαία τάξη» από τις σχετικά ταπεινές θέσεις εργασίας του μπάρμαν και της υπηρέτριας. Αυτές τις μέρες, όπως παραδέχεται, κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατον.
Η αίσθηση της κατήφειας και της ανασφάλειας στην Ευρώπη βασίζεται στην πραγματικότητα – ειδικά η γνώση ότι οι κοινωνικές παροχές και η συνταξιοδότηση είναι πιθανό να είναι λιγότερο γενναιόδωρα στο μέλλον. Η πίεση για ευημερία είναι πιο έντονη σε χώρες που έχουν υποστεί τη χειρότερη κρίση χρέους, όπως η Ελλάδα και η Πορτογαλία, και έχουν δει πραγματικές περικοπές σε μισθούς και συντάξεις.
Αλλά το βιοτικό επίπεδο είναι ακόμη υπό πίεση και στις ευρωπαϊκές χώρες που τα έχουν πάει σχετικά καλά. Έρευνα των Financial Times έχει δείξει ότι Βρετανοί που γεννήθηκαν το 1985 είναι η πρώτη ομάδα εδώ και 100 χρόνια που δεν βιώνει βελτίωση του βιοτικού επιπέδου της, σε σχέση με όσους γεννήθηκαν πριν από  10 χρόνια. Ακόμη και στη Γερμανία, που συχνά επαινείται ως η πιο επιτυχημένη μεγάλη οικονομία στο δυτικό κόσμο, τα οφέλη του «θαύματος Μέρκελ» έχουν γίνει αισθητά κυρίως στην ανώτερη μισθολογική κλίμακα. Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις που έθεσαν τη βάση για την τρέχουσα έκρηξη των εξαγωγών της Γερμανίας συνέβαλαν στη διατήρηση χαμηλών μισθών, στις περικοπές των κοινωνικών παροχών και στην πρόσληψη πολλών περισσότερων προσωρινά εργαζόμενων. Υπάρχει μια σύνδεση μεταξύ της αυξανόμενης αισιοδοξίας στον αναπτυσσόμενο κόσμο και της αυξανόμενης απαισιοδοξίας στη Δύση. Στην ομιλία του την περασμένη εβδομάδα, ο Ομπάμα επεσήμανε ότι «από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, το κοινωνικό συμβόλαιο άρχισε να φθίνει». Ίσως δεν είναι τυχαίο που στα τέλη της δεκαετίας του 1970 η Κίνα άρχισε να ανοίγεται.

Ακόμα και οι υπερασπιστές της παγκοσμιοποίησης τώρα αναγνωρίζουν συνήθως ότι η εμφάνιση ενός παγκόσμιου εργατικού δυναμικού έχει βοηθήσει στο να παραμείνουν χαμηλοί οι μισθοί στη Δύση. Ορισμένες ευρωπαίοι φίλοι μου ονειρεύονται ότι ο προστατευτισμός – ή ακόμα και ένας πόλεμος στην Ασία – θα μπορούσε να στείλει πιο καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας πίσω στη Δύση. Αλλά στην πραγματικότητα, η παγκοσμιοποίηση φαίνεται απίθανο ότι θα σταματήσει ποτέ πραγματικά, δεδομένων των  τεχνολογικών, των οικονομικών και των πολιτικών δυνάμεων που πιέζουν προς τα εμπρός. Σίγουρα θα ήταν ηθικά αμφισβητήσιμο να επιχειρήσουμε να ενισχύσουμε τα δυτικά πρότυπα ζωής, υπονομεύοντας την οικονομική τάση που έχει βγάλει εκατομμύρια ανθρώπους από τη φτώχεια στον αναπτυσσόμενο κόσμο.
Ακόμη και αν οι δυτικές χώρες έκλειναν τις αγορές τους, οι δυτικοί εργαζόμενοι – συμπεριλαμβανομένων των εργαζόμενων σε υπαλληλικές θέσεις- θα έβρισκαν ότι όλο και περισσότερες θέσεις εργασίας θα μπορούσαν να γίνει φθηνότερες από τους υπολογιστές ή τα ρομπότ. Πράγματι, η επέλαση των ρομπότ θα αποτελέσει σύντομα μια απειλή και για τους εργαζόμενους στη γραμμή συναρμολόγησης στην Κίνα.

Εάν η διάβρωση του βιοτικού επιπέδου συνεχιστεί, πώς θα αντιδράσουν οι ψηφοφόροι της Δύσης; Υπάρχουν ήδη σημάδια πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης – με τη λαϊκιστική δεξιά σε άνοδο τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη. Όμως, μέχρι στιγμής, δεν υπάρχει καμία πραγματική ένδειξη ότι το Κόμμα του Τσαγιού στην Αμερική ή τα εθνικιστικά κινήματα στην Ευρώπη, έχουν μια ρεαλιστική πιθανότητα να πάρουν τον έλεγχο της κεντρικής κυβέρνησης σε κάποιο μεγάλο έθνος. Η συναίνεση γύρω από την παγκοσμιοποίηση, έτσι, φαίνεται να αντέχει. Πράγματι, αυτό το Σαββατοκύριακο ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου έκανε μια προφανώς σημαντική ανακάλυψη στην αναζήτηση μιας νέας παγκόσμιας εμπορικής συμφωνίας.
Αλλά ενώ τα νέα πολιτικά κινήματα δεν είναι ακόμη έτοιμα να συνθλίψουν τα καθιερωμένα κόμματα στη Δύση, οι κυρίαρχοι πολιτικοί πρέπει να αντιδράσουν στο νέο οικονομικό κλίμα. Η αύξηση της ανισότητας αυξάνει την πίεση για δικαιότερη κατανομή του πλούτου και αύξηση των κατώτατων μισθών και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Μια ακόμα δεκαετία δυτικής οικονομικής δυσπραγίας – ή , Θεός φυλάξοι, μιας νέας οικονομικής κρίσης- είναι πιθανό να αντιμετωπίσει πιο ριζοσπαστικές λύσεις και νέες πολιτικές.


Δεν υπάρχουν σχόλια: