Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2016

Η Ελλάδα βράζει στο ζουμί της και δεν καταλαβαίνει ΤΙΠΟΤΑ

 

 

Η θεωρία του βατράχου

Εχουμε συνηθίσει στην κρίση.
Υστερα από τέσσερα χρόνια, χοντρικά, αναφερόμαστε σ' αυτή σαν να είναι ένα καιρικό φαινόμενο, ή μια αναπόδραστη πραγματικότητα της ζωής - κάτι σαν τους καύσωνες ή τα γηρατειά. Εχουμε βολευτεί στη δυστυχία μας - κάποιος είχε πει πως η γνωστή Κόλαση είναι προτιμότερη από έναν άγνωστο Παράδεισο, και συμφωνούμε μαζί του.
Εχουμε συνηθίσει στην ανεργία ή την απλήρωτη εργασία. Βρίσκει δουλειά κάποιος τυχερός, και σπεύδει να διευκρινίσει με υπερηφάνεια πως πληρώνεται κανονικά. Κι εμείς κουνάμε το κεφάλι με κακοκρυμμένη ζήλια - για κοίτα, λέμε, υπάρχουν και τέτοιες δουλειές στην Ελλάδα σήμερα.
Η κρίση μάς έχει κάνει επινοητικούς, αλλά περισσότερο μοιρολάτρες. Ναι, έχουμε σκαρφιστεί τρόπους να τη βγάζουμε μέρα με τη μέρα, αλλά έχουμε γίνει σαν τα παχύδερμα: όλο και λιγότερο μας ενοχλεί το ότι μπορεί ανά πάσα στιγμή να μας κόψουν το ρεύμα, να μην έχουμε δύο ευρώ στην τσέπη για να πιούμε έναν καφέ στον ήλιο, να τρεφόμαστε βδομάδες ολόκληρες με μακαρόνια και με ρύζια, να μην ικανοποιούμε καμία άλλη βιοτική ανάγκη πέραν της τροφής. Η εξαθλίωση έχει γίνει σαν παλιό, τριμμένο, αλλά βολικό ρούχο που το φοράμε ως δεύτερο δέρμα.
Εχουμε συνηθίσει στις αγριότητες. Θεωρούμε πλέον φυσικό να υπάρχει νεοναζισμός και θρησκευτική μισαλλοδοξία, εφ' όσον αυτά τα προξενεί η κρίση. Είναι αναμενόμενο, λέμε, να αυτοκτονούν άνθρωποι, ή να πεθαίνουν χωρίς ιατροφαρμακευτική φροντίδα - εξηγείται γιατί υπάρχουν παιδιά που λιποθυμούν από πείνα στο σχολείο: φταίει η κρίση, μουρμουρίζουμε, και ακουγόμαστε σαν πιστοί που φορτώνουν όλα τους τα δεινά σε ανώτερες δυνάμεις. Στον Διάβολο, που μας πειράζει, ή στον Θεό που στέλνει τις συμφορές, για να μας δοκιμάσει.
Φορολογούμαστε σαν να είμαστε Νορβηγοί εκατομμυριούχοι, κι έχουμε τις κοινωνικές παροχές των απόκληρων της Ζιμπάμπουε. Χάνουμε τα σπίτια μας, χάνουμε τα δικαιώματά μας, χάνουμε την αξιοπρέπειά μας, χάνουμε το μέλλον μας, και ποια είναι η αντίδρασή μας; Κάποιες μούντζες στο Σύνταγμα. Το «κάθε πέρσι και καλύτερα» έχει γίνει το εθνικό μας σλόγκαν: δεν πειράζει που φοβόμαστε, που ταπεινωνόμαστε, που αγωνιούμε τώρα, γιατί είμαστε απελπιστικά σίγουροι πως αύριο θα είμαστε σε χειρότερη κατάσταση.
Η θεωρία του βατράχου λες και έχει επινοηθεί για μας. Την ξέρετε; Είναι πολύ διδακτική. Εάν πετάξεις ένα βάτραχο σε μια κατσαρόλα με βραστό νερό, αυτός θα τιναχτεί αμέσως έξω. Το απότομο, οδυνηρό κάψιμο από το νερό θα είναι η σωτηρία του, γιατί θα ενεργοποιήσει αυτόματα τα αντανακλαστικά του, της επιβίωσης. Εάν όμως τον βάλεις σε κρύο νερό και δυναμώνεις τη φωτιά πολύ αργά, σταδιακά, ο καημένος ο βάτραχος θα χαλαρώσει, θα χουχουλιάσει και θα απολαύσει το μπάνιο του, μέχρι να γίνει βραστός, με ένα στωικό χαμόγελο στο πρόσωπό του.
Προλαβαίνουμε - δεν προλαβαίνουμε να πηδήξουμε έξω από την κατσαρόλα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: