Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2018

ΛΟΥΤΡΑΚΙ: ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ 5







Η φωτογραφία δεν έχει καμιά σχέση με το κείμενο.Δεν βρήκα αντιπροσωπευτικότερη.



Η Τρίτη κατά σειρά φυσιογνωμία της Περιάνδρου αλλά και του Λουτρακίου ήταν ο Γλυκομίλητος. Ένας αδύνατος τύπος με ελαφρά καμπούρα ο οποίος διέμενε σε μια σπηλιά στην περιοχή του Αγίου Γεωργίου. Βγαίνοντας από Λουτράκι προς Περαχώρα. Πάντα κρατούσε στα χέρια του λουλούδια.Τα κρατούσε σαν ανθοδέσμη. Είχε όμως μέσα στην ανθοδέσμη και βέργες που είχαν αγκάθια, ίσως και να ήταν μεγάλες βέργες από βουκαμβίλιες. Αυτές έχουν αγκάθια που τρυπάνε άσχημα. Γιατί τις είχε;
Ο αδερφός μου θυμάται ακόμα τον πόνο που του προκάλεσε όταν τον πείραξε λεκτικά και αυτός άπλωσε το χέρι του και τον πρόλαβε, αν και έτρεξε και τον τρύπησε με τ΄ αγκάθια της…ανθοδέσμης. Ήταν της μόδας τότε να πειράζουμε τον Γλυκομίλητο. Οι παθόντες το έκαναν από απόσταση ασφαλείας. Προλάβαιναν και απέφευγαν τ΄ αγκάθια της ανθοδέσμης. Δυστυχώς οι πρωτάρηδες είχαν την εμπειρία του τρυπήματος. Προχωρούσε στο δρόμο και μ΄ ένα μακρόσυρτο φρςςςςςςς έκανε αισθητή την παρουσία του. Πήγαινε συνήθως στα τραπέζια που είχαν και γυναίκα και προσέφερε λουλούδια στις κυρίες και περίμενε το φιλοδώρημα από το συνοδό. Σχεδόν όργωνε όλο το Λουτράκι απ΄ άκρη σ΄ άκρη και τα βράδια δεν υπήρχε μαγαζί που να μην επισκεπτόταν. Αγαπημένο του στέκι το Μαξίμ. Περνούσε κάθε βράδυ στον φίλο του Σωτήρο να του πει μια καλησπέρα. Του άρεσε να τρώει στου μπάρμπα Γιάννη Φωστήρα στις ¨Λεμονιές¨. Ήταν ο άνθρωπος που όλοι θα τον χαιρετούσαν εκτός από τα πιτσιρίκια που μόλις τον αντίκριζαν τους έρχονταν αυθόρμητα η διάθεση να τον πειράξουν, με τις γνωστές συνέπειες. Πολλές φορές καθόταν στα τραπέζια, όταν του το πρότειναν και τσιμπούσε ελάχιστα μιας και ήταν λιτοδίαιτος…
Άλλη μορφή, όχι αποκλειστικά της Περιάνδρου αλλά πλανιόταν στα σύνορα της, θα λέγαμε ήταν ο Χαράλαμπος [Χαραλαμπάκιας].
Για πρώτη φορά τον είδα όταν πάρα πολύ μικρός ο πατέρας μου κρατώντας με από το χέρι για να ¨κόψουμε¨ δρόμο και να ανεβούμε την Περιάνδρου περάσαμε από τη σούδα που υπήρχε από τη Βενιζέλου και έβγαζε στην Περιάνδρου. Αριστερά ήταν μάλλον το βενζινάδικο του Μάτση και δεξιά το καφενείο του Μητσοδήμα. Ένας τόπος γεμάτος ζωή και κόσμο και μέσα στη σούδα ένας μοναχικός άνθρωπος. Ήταν σε μια άκρη καθισμένος και φορούσε παλτό.
-Μπαμπά! Γιατί αυτός ο θείος δεν πάει στο καφενείο να παίξει με τους άλλους; Τον ρώτησα. Μου φάνηκε περίεργο. Λίγα βήματα δίπλα του αν πήγαινε θα βρισκόταν ανάμεσα σε κόσμο. Δεν θα ήταν μόνος του.
-Δεν θέλει! Μου αποκρίθηκε.
Αυτή η εικόνα μου καρφώθηκε στο μυαλό. Στη γωνία αριστερά της σούδας ένας άνθρωπος κατάχαμα ολομόναχος.
-Γιατί δεν πάει σπίτι του τότε; Συνέχισα να ρωτώ ανηφορίζοντας την Περιάνδρου.
-Δεν έχει! Μου λέει.
-Και γιατί δεν τον παίρνει κανείς σπίτι του; Επέμενα. Με σημάδεψε αμέσως αυτή η σκηνή. Είχε προηγηθεί μια ανάλογη περίπτωση και με μας. Ήμουν μικρός και δεν θυμάμαι πολλά αλλά ότι καταφέρω. Κάτω από την Αγία Ανάσταση ήταν ένα δωμάτιο και μια αποθηκούλα, πιο χαμηλή από το δωμάτιο, του Βασίλη Μητρογιάννη. Εκεί έβρισκε καταφύγιο και κοιμόταν τα βράδια ένας Αντρίκος με το προσωνύμιο Ζόρικος. Του κάναμε συνέχεια το τραπέζι και κοιμόταν πολλές φορές στο σπίτι μας. Του είχε πει ο πατέρας μου να έρχεται κάθε βράδυ να κοιμάται σε μας να μην κοιμάται εκεί. Αυτός αργούσε πολλά βράδια και δεν ήθελε να μας αναστατώνει και κοιμόταν στο δωματιάκι αυτό.
-Δεν μπορεί να μπει σε δωμάτιο. Θέλει όταν ξυπνά να βλέπει τ΄ αστέρια! Μου αποκρίθηκε και έληξε η συζήτηση.
Η δε μητέρα μου, μας προειδοποιούσε.
-Μη διαβάζετε και θα καταντήσετε σαν τον Χαραλαμπάκια! Δεν θα βρίσκεται πουθενά δουλειά!
Αχ! Ρε μάνα!
Πολλά χρόνια αργότερα τον έβλεπα κάθε βράδυ με μια μαύρη κάπα να τραβά για το στέκι του. Ήταν εκεί που βρίσκεται το ξενοδοχείο Πάολο. Ήταν κάτι χαλάσματα και είχε βρει το καταφύγιό του. Από πολύ κοντά τον είδα πολλά χρόνια αργότερα. Τον περιεργάστηκα αρκετά καλά. Ήμασταν στο σουβλατζίδικο του Ηλία Ναστούλη στο πεζοδρόμιο επί της Κουντουριώτη και τον είδαμε που πήγαινε για το κονάκι του. Όλοι σχεδόν ταυτόχρονα τον φωνάξαμε να το κεράσουμε κάτι. Δεν ήταν αρνητικός και πλησίασε. Μας ευχαρίστησε, δεν κάθισε αν και του προτείναμε και δέχτηκε μόνο ένα σουβλάκι. Θελήσαμε να ανοίξουμε διάλογο μαζί του αλλά το απέφυγε.
-Πάρε κι άλλο! Τον παροτρύναμε. Ανένδοτος και περήφανος. Δεν το δέχτηκε. Συνέχισε τον κατήφορο για το στέκι του.
Τι είδε ο Γιαπωνέζος;
Μια γαλήνη επάνω του που μόνο στους μοναχούς του Αγίου Όρους έχω ξαναδεί. Το παρουσιαστικό του ήταν γεμάτο ήρεμη ζωντάνια, που ούτε εμείς στην ηλικία των 20 ετών τότε δεν είχαμε. Μέχρι σήμερα δεν έχω δει παρόμοιο λαϊκό άνθρωπο στον τόπο μας. Άγχος, κουτσομπολιό, φλυαρία και κούφια λόγια. Ζωή απάνθρωπη.
Christos Panteleou

Δεν υπάρχουν σχόλια: