Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΓΟΡΑ ΓΙΑΤΙ ΟΧΙ;



ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ
Με αφορμή το άρθρο της κ. Μαρίας Μπαριτάκη που δημοσιεύτηκε στο Βήμα, φύλλο 348, θα ήθελα να καταθέσω κι εγώ τις από­ψεις μου.
Συμφωνώ απόλυτα με τα εν αυτώ αναφερόμενα και σας συγχαίρω κ. Μαρία, επειδή θίξατε ένα θέμα που όντως καίει.
Συμφωνώ, λοιπόν, ότι πρέπει στις αγορές μας να προτιμούμε τα ελληνικά προϊόντα. Μήπως όμως και οι Έλληνες παραγωγοί, επαγγελματίες πρέπει να καταλάβουν πως για την προσέλευση του αγοραστικού κοινού δεν αρκεί το φαρδύ χαμόγελο και η υπερκατανάλωση ευγένειας; Μήπως πρέπει να καταλάβουν πως και οι ίδιοι δεν είναι μόνο επαγγελματίες τους συγκεκριμένου προϊόντος με το οποίο ασχολείται ένας έκαστος αλλά είναι και καταναλωτικό κοινό σ' όλα τ' άλλα προϊόντα;
Μήπως πρέπει, να βελτιώσουν την ποιότητα των προϊόντων τους και να προσαρμόσουν τις τιμές στα σημερινά δεδομένα;
Μήπως πρέπει, ορισμένοι, να ρυθμίσουν τις ζυ­γαριές τους έτσι ώστε τα χίλια γραμμάρια ν' αντιστοιχούν στο ένα κιλό;
Μήπως πρέπει, ορισμένοι, παραγωγοί, έμποροι, ελεύθεροι επαγγελματίες να πληρώνουν το φόρο που τους αναλογεί κόβοντας αποδείξεις;
Θα μπορούσα ν' αναφέρω εκατοντάδες περιπτώ­σεις που έχουν πέσει στην αντίληψη μου στη διάρκεια του μακρόχρονου βίου μου. Θα περι­οριστώ όμως σε λίγες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μπαίνουν όλοι στο ίδιο τσουβάλι.
Πριν από 5-6 χρόνια εκπρόσωποι της χώρας μας υπέγραψαν σύμβαση ανταλλαγής προϊόντων με την Κίνα. Εμείς δεχτήκαμε να στείλουμε λάδι. Το πρώτο καράβι που στείλαμε μας επεστράφη με τα ίδια ναύλα επειδή το λάδι ήταν νοθευμένο! Τέτοιες καραβιές με διάφορα προϊόντα μας έχουν επιστρέψει πολλά κράτη.
Αγόρασα από ένα βιβλιοπωλείο ένα κουτάκι καρφίτσες από αυτές που χρησιμοποιούν στα γραφεία για να καρφιτσώνουν τα χαρτιά! Έκανα ωραία τη δουλειά μου κι όταν τελείωσαν πήγα στο ίδιο βιβλιοπωλείο και πήρα άλλες οι οποίες ήταν άχρηστες. Λύγιζαν, έσπαγαν, στράβωναν, με χιλιοτρύπησαν και τις πέταξα. Ξανά πήγα στο βιβλιοπωλείο για να πάρω άλλες και να κάνω τα παράπονα μου. Όταν το είπα στο βιβλιοπώλη, εκείνος γέλασε σαρκαστικά και μου είπε πως αυτές οι καρφίτσες, οι άχρηστες είναι Ελληνικές!
Μια μέρα πήγα στη λαϊκή αγορά με κακό καιρό, σιγανοψιχάλιζε. Ο παραγωγός ή έμπορος, δεν ξέρω τι ήταν, έβαλε πάνω στη ζυγαριά το προϊόν που ήθελα. Το τασάκι της ζυγαριάς, όμως, λόγω της συνεχιζόμενης βροχής είχε μέσα νερό. Πόσα ζύγια έκανε με το νερό και πόσες αποδείξεις έκοψε για να προσφέρει κι αυτός το κάτι τι του για το χρέος;
Έλληνες αγόρασαν από τη Γαλλία πατάτες με εφτά λεπτά το κιλό. Την ανακάτωσαν με ελληνι­κές και την πούλαγαν 35 ευρώ το κιλό! «Τρόικα έλα δω»!!!
Δέχομαι να φάω κατεψυγμένα ωάρια, κιμά, κρέας. Αρνούμαι όμως να τα πληρώνω για νωπά.
Δέχομαι να φάω το Πάσχα αρνί από την Αλβανία. Αρνούμαι όμως να το πληρώσω για ελληνικό.
Δέχομαι να πάρω παπούτσια από τη λαϊκή με πέντε ευρώ εν γνώσει μου ότι μπορεί να τα πετάξω σε 5-6 μήνες. Αρνούμαι όμως να πληρώσω σε κατάστημα τα ίδια παπούτσια 50-60 ευρώ.
Δέχομαι να πληρώνω στον παραγωγό - έμπορο - ελεύθερο επαγγελματία τον ανάλογο Φ.Π.Α. Αρνούμαι, όμως, να τον εισπράττει εκείνος να μη τον αποδίδει στο κράτος επειδή δεν κόβει αποδείξεις, να τον βάνει στην τσέπη τους κι έτσι να κλέβει κι εμένα και το κράτος.
Παρ' όλα αυτά, ΝΑΙ στην προτίμηση των Ελληνικών προϊόντων, αρκεί και οι εν Ελλάδι εμπορευόμενοι να βάλουν νερό στο κρασί τους. Κι ακόμη να συ­νειδητοποιήσουν πως το χρέος δε βγαίνει μόνο με τους δημόσιους - ιδιωτικούς υπαλλήλους και συνταξιούχους.
Υ.Γ. τις μέρες του Πάσχα σε πολλά καταστήματα τα κουλούρια ήταν ακριβότερα από το αρνί!

Δεν υπάρχουν σχόλια: