Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2018

ΛΟΥΤΡΑΚΙ: ΡΕΠΠΑΚΙΑ






ΡΕΠΠΑΚΙΑ

1968. Κάθε Κυριακή όλο το σχολείο γυμνάσιο-λύκειο έπρεπε οπωσδήποτε να εκκλησιαστεί στο ναό του Αγίου Ιωάννου. Μαζευόμασταν στο σχολείο και αφού έπαιρναν απουσίες με σειρά πηγαίναμε στην εκκλησία. Οι απουσιάζοντες την Δευτέρα είχαν πρόβλημα. Αυστηρές συστάσεις, μείωση βαθμού στα θρησκευτικά και καμιά φορά και αποβολή. Αν έμπαινες στο ¨μάτι¨ του Δημακόπουλου [καθηγητής θρησκευτικών] είχες πρόβλημα. Μάλιστα το Σάββατο μας μάζευαν στον εσωτερικό χώρο του σχολείου [σημερινό 1ο δημοτικό] και εκεί μας εξηγούσε το ευαγγέλιο της Κυριακής. Αργότερα ένας μαθητής καθ΄ υπόδειξη του Δημακόπουλου αναλάμβανε την ερμηνεία του ευαγγελίου. Το θυμάμαι γιατί μια φορά μου είπε.

-Ετοιμάσου το Σάββατο θα εξηγήσεις το ευαγγέλιο!
-Κύριε καθηγητά, δεν μπορώ, ντρέπομαι, δεν τα καταφέρνω, δικαιολογήθηκα.
Αγρίεψε και μου έδωσε να καταλάβω πως δεν υπήρχε περίπτωση να το γλιτώσω.
-Θα σε βοηθήσω και εγώ για το τι θα πεις, μου είπε πιο μαλακά.
Είχα χάσει την ηρεμία μου δεν ήξερα τι να κάνω. Ευτυχώς το Σάββατο γίνονταν κάτι σχολικοί αγώνες δρόμου και πήγα στην Πάτρα και έτσι τη γλίτωσα.
Στην εκκλησία αν τυχόν γύρναγες το κεφάλι προς τα πίσω, σου έκανε νόημα να κοιτάς μόνο μπροστά. Δίπλα μου είχα τον συμμαθητή μου Ντίνο Κανάκη, με τον οποίο έχουμε μια ώρα μόνο διαφορά στην ηλικία. Μας ξεγέννησε και τους δύο η θεία μου η μαμή, Χριστίνα Κατσάρα. Έφυγε από το σπίτι μας και πήγε και ξεγέννησε τον Ντίνο.
Μια Κυριακή, σκύβει κρυφά και μου λέει.
-Βγαίνω έξω! Αν με ζητήσει ο Δημακόπουλος πες του πως μόλις βγήκα και δεν αισθάνομαι καλά.
Την άλλη Κυριακή πάλι το ίδιο. Παραξενεύτηκα.
- Που πας ρε! Κάθε Κυριακή φεύγεις γιατί;
-Δουλεύω, μου εκμυστηρεύτηκε.
-Τι δουλειά κάνεις; Τον ρώτησα.
-Βοηθός σερβιτόρου!
-Σε πληρώνουν; Του είπα απορημένος.
-Χαζός είσαι; Τζάμπα θα πήγαινα;
-Ρε συ μπας και θέλουν και μένα να έρθω;
-Θα ρωτήσω και θα σου πω, μου είπε.
Πράγματι ρώτησε και μου είπε, φόρα μαύρο παντελόνι στην εκκλησία και έχουν αυτοί άσπρη μπλούζα να σου δώσουν. Βγήκαμε προσεχτικά από την εκκλησία. Μετακινιόμασταν λίγο-λίγο προς την πλαϊνή πόρτα και κάποια στιγμή όταν φτάναμε κοντά το σκάγαμε. Αφεντικά ήταν ο Νίκος Σταύρου [Γαβρώνης] και ο Αγγελής Παπαδημητρίου που ήταν νιόπαντρος τότε. Αυτοί και οι δύο ήταν μάγειροι. Σερβιτόρους δεν μπορώ να θυμηθώ παρά το Νίκο Κουσιαρή, τον Θόδωρα Σπανουδάκη [Ντόρη] που πηγαινοερχόταν στο εξωτερικό τα καλοκαίρια και έναν Λαδιά τους άλλους δεν του θυμάμαι. Μάλιστα ο Λαδιάς αργότερα απέκτησε δικό του μαγαζί στην Ομόνοια, μάλλον κλαρίνα. Τότε το Λουτράκι κατακλυζόταν από ξένους, κυρίως Ηπειρώτες που έρχονταν να δουλέψουν τα καλοκαίρια στα διάφορα εστιατόρια. Μόλις με είδαν έτσι αδύνατο, είπαν μεταξύ τους.
-Που να βγάλει καλοκαίρι ετούτος. Θα του βάλουμε ξύλινα πόδια για να στέκεται όρθιος!
-Θα δουλέψεις δοκιμαστικά σήμερα να δούμε πως θα τα πας και θα δούμε αν θα ξανά έρθεις! Η δουλειά σου είναι να πηγαίνεις ποτήρια και νερό στα τραπέζια, ψωμί και μαχαιροπήρουνα θα πηγαίνουν οι παλιοί βοηθοί. Θα μαζεύεις και τα πιάτα όταν θα φεύγουν οι πελάτες, στα μέσα τραπέζια όχι στα έξω .Η εικόνα ίσως περιέχει: ουρανός, χιόνι και υπαίθριες δραστηριότητες
Θίχτηκα που δεν τους γέμιζα το μάτι αλλά η αλήθεια είναι ότι μου ήταν άγνωστη δουλειά. Ήμουν δεν ήμουν 14 χρονών. Έβαλα στοίχημα με τον εαυτό μου να τα καταφέρω. Όταν άρχισε η δουλειά γινόταν πανηγύρι. Οι παλιοί βοηθοί γνώριζαν τη δουλειά αλλά και τα κόλπα. Αργούσαν μέσα στη κουζίνα και όταν οι σερβιτόροι φώναζαν να πάνε κάτι σε κάποιο τραπέζι δεν υπήρχε βοηθός να το κάνει. Έτσι μοιραία έλεγαν σε μένα.
-Πιάσε λίγο ψωμί! Ένα πιρούνι κλπ
Αστραπή εγώ τα έφερνα στη στιγμή. Όταν έφευγαν οι πελάτες οι βοηθοί έτρεχαν και έπαιρναν τα πουρμπουάρ μόνο και άφηναν τα πιάτα να τα πάρω εγώ. Έγινα βοηθός των βοηθών. Παραξενεύτηκα. Πως όταν τους φωνάζουν οι σερβιτόροι δεν υπάρχει κανένας βοηθός και μόλις αδειάζουν τα τραπέζια βρίσκονται εκεί όλοι οι βοηθοί για το πουρμπουάρ;
Σαν τελειώσαμε κατά τις 5 το απόγευμα καθίσαμε να φάμε. Δεν πήγαινε μπουκιά κάτω.
-Φάε, για να αντέξεις, μου έλεγαν.
-Ο μικρός πήγε καλά, σπίρτο, συζητούσαν μεταξύ τους οι σερβιτόροι.
-Πόσα λεφτά έβγαλες, με ρώτησαν.
-Τίποτα, τους λέω.
-Ρε δεν τον αφήσατε να πάρει καθόλου πουρμπουάρ! Ρώτησαν τους άλλους 4-5 βοηθούς.
Αυτοί κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και δεν μίλησαν.
-Δώστε ο καθένας από 10 δρχ τους λένε.
Εγώ ντράπηκα και δεν ήθελα να τα πάρω. Μου τα έδωσαν με το ζόρι. Την επόμενη Κυριακή ήμουν βοηθός σε σερβιτόρο. Τελικά έβγαλα και το καλοκαίρι και ξύλινα πόδια δεν χρειάστηκα.
Εκεί διαπίστωσα πόσο δύσκολο ήταν να κόψεις πολλές ολόκληρες κόλες χαρτί σε σχήμα τετραγώνου και να τις τρυπήσεις με σακοράφα και να τις περάσεις σε σπάγκο για να μπουν στις τουαλέτες μιας και χαρτί υγείας δεν υπήρχε.

Και μια φωτογραφία από τω καιρώ εκείνω. Σαν να μην πέρασε μια μέρα. Μέχρι και η πόρτα του Μπαλλά πρέπει να είναι η ίδια.

Θυμάμαι ακόμα το γαλακτοπωλείο που υπήρχε δίπλα και μου φαινόταν περίεργο που ο κόσμος αγόραζε γάλα. Νόμιζα πως αφού όλοι στη γειτονιά μας είχαμε κατσίκες και δεν αγοράζαμε ποτέ γάλα, πως γίνεται να υπάρχουν άνθρωποι χωρίς κατσίκες στο σπίτι. Το μανάβικο του Μανώλη Λαζαρίδη από το Συνοικισμό και πιο δίπλα ο Καραγκιόζης με τον θρυλικό Καρεκλά. Τα βράδια μάλιστα ακούγαμε το έργο του Καραγκιόζη. Τα βράδια ακόμα βγάζαμε και μια σειρά τραπέζια στην άκρη του δρόμου προς τα επάνω μιας και δεν είχε ήλιο, προς το ξενοδοχείο Κοσμοπολίτ. Απέναντι δε ήταν το εστιατόριο Γαλλία του Ιωάννου και το ζαχαροπλαστείο Κεντρικό με τις ωραίες πάστες, τότε πρωτοβγήκαν οι πάστες Ραμπέν Μόκα που τις προτιμούσα και τα ρυζόγαλα.
christospanteleou

Δεν υπάρχουν σχόλια: