Έχουν περάσει 13 μήνες και κάτι μέρες όταν η σκηνοθέτιδα Έμμυ Στιλιανίδου παραχώρησε
συνέντευξη στην Μίνα Γιαννούλη επί τη ευκαιρία της θεατρικής παράστασης «Η Σοπράνο» του Γιάννη Αικατερίνη που σκηνοθέτησε και πρωτοπαίχτηκε το Σάββατο στις 24 Μάιου το 2025 στο Πνευματικό Κέντρο ΠεραχώραςΕυχαριστίες
. Μαρία Παπαδοπούλου , Έμμυ Στιλιανίδου, Πάνο Τσαπάρα για την
επιμέλεια της μουσικής, Κώστα Μπίσδα ( ήχος φώτα ) Μίνα Γιαννούλη
(Συμμετοχή σκηνικών) , Γιάννη Καραπανάγο , Δημήτρη Κανέλο (τεχνική
υποστήριξη)
Δείτε εικόνες και αποσπάσματα βίντεο από τις πρόβες και διαβάστε ολόκληρο το θεατρικό μονόλογο στο τέλος του βίντεο το οποίο είναι και διαθέσιμο χωρίς πνευματικά δικαιώματα
Η Σοπράνο
Μονόλογος
Σκηνή: Μικρό σαλόνι, καναπές, τραπέζι, κομοδίνο, καθρέφτης, σκαμπό, καρέκλες, καλόγερος... Ρολόι τοίχου, παλιές φωτογραφίες...
Πρόσωπα: Τερέζα
[Γύρω στα 40-50. Μπαίνει στη σκηνή με
χάρη και χαμογελαστή κουνώντας το μικρό τσαντάκι της και το ακουμπάει στην
πρώτη καρέκλα που βρίσκει μπροστά της. Σταματάει για λίγο στον καθρέφτη και
κοιτιέται με θαυμασμό. Πάει να φύγει και παραπατάει . Ξαφνικά μένει ακίνητη και
γυρίζει πίσω]
Ω Θεέ μου, τι είναι αυτό; Μια τρίχα κάτω
από τα βλέφαρά μου!
[Κάνει να την πιάσει με το χέρι, αλλά σταματάει.
Τρέχει προς την πόρτα στα δεξιά της και σχεδόν αμέσως γυρίζει πάλι στον καθρέφτη
κρατώντας μια μπατονέτα και με αυτή προσεχτικά αφαιρεί την τρίχα. Κοιτάει
προσεχτικά την μπατονέτα να βεβαιωθεί ότι την αφαίρεσε]
Δηλαδή όλες αυτές τις ώρες που
βρισκόμουν στη δεξίωση, κυκλοφορούσα με αυτό το πράγμα στο πρόσωπό μου; Δεν το
πιστεύω!
Θα τρελαθώ! Τζένηηηηη... Θα την πάρω στο
τηλέφωνο. Αλλά όχι, όχι, μπορεί και να μην την είδε, αλλά αν την είδε και δεν
μου το είπε. Δεν μπορεί, πέντε ώρες μαζί και δεν είδε κάτι; Θα την πάρω
τηλέφωνο.
[Πλησιάζει την καρέκλα και βγάζει από το τσαντάκι της το κινητό. Διστάζει... Πλησιάζει πάλι τον καθρέφτη]
Και τι θα της πω, αν είδε κάτι στο πρόσωπό μου; Ωραία... και αν είδε την τρίχα και δεν θέλησε να το μου το πει; Θα μου απαντήσει ότι απλώς δεν την είδε.
[Κουνάει το κεφάλι της]
Πώς κάνεις έτσι, ρε Τερέζα, για μια τρίχα. Μια τρίχα... Ναι, ρε, μια τρίχα. Δεν ξέρω και ’γω με πόσους μίλησα στη δεξίωση. Κανείς δεν μου είπε: Τερέζα, κάτι έχεις εκεί.
[Δείχνει το μάτι της]
Α, δεν γίνεται! Θα την πάρω τηλέφωνο και θα μάθω. Θα μάθω οπωσδήποτε.
[Σχηματίζει τον αριθμό]
Γεια σου, γλυκιά μου! Εγώ είμαι... Ποια είμαι; Εγώ, η Τερέζα, τι έπαθες, δεν ακούς;
[Συλλαβίζει] Η Τε ρέ ζα…
Και συ είσαι τέζα; Έλα, άσε την πλάκα τώρα... Δεν κάνεις πλάκα, είσαι τέζα; Έλα Χριστέ μου!
[Κουνάει το τηλέφωνο πάνω-κάτω και κοιτάει την οθόνη του κινητού]
Μάλιστα, σε πιστεύω τώρα. Αλλά εσύ δεν ήπιες, τι έγινε και μέθυσες;
Ήπιες μόλις γύρισες;
Τι ήπιες; Θέλω να πω, γιατί ήπιες;
Αν θυμάμαι τον Αντώνη; Μα και βέβαια τον θυμάμαι. Σε κοίταζε συνέχεια και σου πρόσφερε ποτό.
Νομίζεις ότι σε συμπάθησε; Σε ερωτεύθηκε; Τι δουλειά κάνει;
Νομίζω σύμβουλος σε μια ασφαλιστική. Θα μάθω και θα σου πω... Δε μου λες, Τζενάκι μου, πως ήμουν, σου άρεσε το φόρεμά μου;
Σου άρεσε, ε; Πολύ πολύ! Και το τραγούδι μου σου άρεσε, έχω γλυκιά φωνή. Ωραία, ωραία! Δε μου λες, είχε τίποτα το πρόσωπό μου;
Ήταν κόκκινο;
Από χαρά ήταν, βρε, συνάντησα εκεί κάποιον ωραίο τύπο. Ναι, μου έδωσε το τηλέφωνό του. Μας παρακολουθούσες, ε;
Δε μου λες, ρε Τζενάκι μου, είχαν τίποτα τα μάτια μου;
Ήταν πολύ όμορφα...
Όχι, λέω αν είδες κάτι, κάτι στο μέικ απ. Όχι, μόνη μου το έκανα.
Ήταν τέλειο, σου άρεσε;
Γιατί ρωτάω; Εε, να, έτσι… είχα μια υποψία, γι’ αυτό σε ρώτησα ακριβώς, δεν θυμάμαι πια. Τώρα που το σκέφτομαι, καμία ανοησία θα ήταν. Άσε, ξέχνα το, καλή μου!
Εσύ τι εσύ, Α!
Μια χαρά ήσουν...
Σίγουρη; Ναι, μα ναι, είμαι σίγουρη, αν έβλεπα κάτι θα σ’ το έλεγα.
Όπως την άλλη φορά, που είχε σκίσει το καλτσόν. Χα χα χα! Τότε ήμασταν σε πάρτι, πάνε 20 χρόνια από τότε... 22 έστω 22!
Όλοι σε κοιτούσαν. Όχι, καλή μου, σε θαύμαζαν, είχες πολύ ωραίες γάμπες. Και τώρα έχεις... Δεν αστειεύομαι, μιλάω σε μια από τις καλύτερες φίλες μου.
Η χειρότερη;
Από τις καλύτερες, η καλύτερη! Ναι, το πιστεύω…
Η Νατάσα, η αδελφή μου;
Καλά είναι. Δεν ήρθε στη δεξίωση. Έχει τα δικά της κι αυτή.
Έλα, πες τι πρόβλημα είχες που δεν το είδα...
Έλα με ακούς, σε ακούω που πίνεις θα σκάσεις!
Δεν είδα τίποτα, σου λέω. Ήσουν μια οπτασία, μια τελειότητα ανάμεσα σε όλους.
Αν υπήρχε κάτι, έστω και το παραμικρό, θα ήταν τόσο μικρό
και αδιόρατο, που θα το σκέπαζε η ομορφιά σου. Δεν τα λέω αυτά επειδή είμαι
φίλη σου. Τόσα χρόνια μαζί, έλα άκουσέ με! Δεν θέλω να στεναχωρηθούμε για κάτι
το ασήμαντο.
Δεν είναι ασήμαντο;
Έ, τότε, πες μου τι είχες που σε πείραξε τόσο πολύ;
Πονοκέφαλο;
Τιιιι... Πονοκέφαλο; Θα με τρελάνεις, είχες πονοκέφαλο μου είπες.
Σοβαρέψου, Τζενούλα. Είσαι σοβαρή, η παραμιλάς τώρα;
Περίμενε, σε βάζω σε ανοιχτή ακρόαση, θέλω να πιω κάτι.
Φωνή Τζένης: Είμαι Τέζα...
Τερέζα: Το είπαμε αυτό, είσαι Τέζα.
[Όση ώρα μιλάει η Τερέζα, σερβίρει στον εαυτό της ένα ποτό]
Τερέζα: Τι να πω, ρε παιδί μου, τα έχω χαμένα με το χιούμορ σου.
Φωνή Τζένης: Εσύ τι πρόβλημα είχες;
ερέζα: Κοίτα, εγώ δεν αστειεύομαι.
Φωνή Τζένης: Έλα, πες μου, σε παρακαλώ...
Τερέζα: Υποσχέσου μου ότι δεν θα γελάσεις.
Φωνή Τζένης: Σ’ το υπόσχομαι.
Τερέζα: Μια τρίχα κάτω από τα βλέφαρά μου!
[Παύση]
Τερέζα: Τζενούλα, μ’ ακούς, τι έπαθες;
[Ακούγονται γέλια]
Τζένη: Δεν τολμώ να το πιστέψω! Είπες μια τρίχα κάτω από τα βλέφαρά σου;
Τζένη: Και πότε το ανακάλυψες αυτό;
Τερέζα: Δεν είμαι σίγουρη... Μμμ, πριν από λίγο...
Τζένη: Κατσαρή;
Τερέζα: Δεν κατάλαβα ;
Τζένη: Λέω, η τρίχα ήταν κατσαρή;
Τερέζα: Έλα, άσε τ’ αστεία τώρα. Μια μικρή τριχούλα ήταν.
Τζένη: Και τόσος σαματάς για μια μικρή τριχούλα;
Τερέζα: Ε, ξέρεις τι παράξενη είμαι εγώ με αυτά!
Τζένη: Όχι, δεν ξέρω . Αρχίζεις και μεγαλώνεις και γίνεσαι όλο και πιο ιδιότροπη.
Τερέζα: Δεν είμαι ιδιότροπη, απλώς προσέχω τον εαυτό μου.
Τζένη: Και ’γω τον προσέχω, αλλά όχι και να τρελαθούμε για μία τρίχα που ενδεχομένως να μην ήταν και τρίχα.
Τερέζα: Ήταν σου λέω, τη φύλαξα. Εδώ την έχω...
Τζένη: Φύλαξες την τρίχα που βρήκες στα μάτια σου;
Tερέζα: Ναι, αυτό σου λέω, θες να σ’ την δείξω;
Τζένη: Πολύ θα το ήθελα.
Tερέζα: Περίμενε...
[Παίρνει από δίπλα ένα μικρό χαρτάκι, το ακουμπάει στο
τραπεζάκι και με το κινητό τη φωτογραφίζει και τη στέλνει στην Τζένη]
Τερέζα: Την έστειλα...
Τζένη: Αυτή η τρίχα δεν είναι δικιά σου!
Τερέζα: Τι λες έξυπνη, δικιά μου είναι.
Τζένη: Δεν είναι δικιά σου. Αυτή έχει δύο άκρες.
Τερέζα: Θα με τρελάνεις εσύ! Όλες δύο άκρες έχουν.
Τζένη: Και πώς το ξέρεις, έχεις και δεύτερη;
Τζένη:
Πάντως,
αυτή η τρίχα δεν είναι ούτε από βλεφαρίδες ούτε από φρύδια, εκτός και αν...
Τερέζα: [Με αγωνία[ Εκτός
και αν;
Τζένη: Ήρθες σε επαφή με κάποιον, κάποια εκεί;
Τερέζα: Δεν καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις...
Τζένη: Φιλήθηκες με κανέναν κολλητό σου, κολλητή σου;
Τερέζα: Και βέβαια! Τον Αντώνη, τον Γιάννη, τον Αργύρη, τον
καλλιτεχνικό διευθυντή της όπερας, τον πρόεδρο, τον ειδικό σύμβουλο και κανά δυο-τρείς
ακόμα.
Τζένη: Από γυναίκες;
Τερέζα: Την Αλκυόνη, τη Στέλλα, τη Μαρία, τη Δήμητρα, την κόρη
του συμβούλου, και σένα.
Τζένη: Και μένα;
Τερέζα: Ναι, δεν θυμάσαι που σου είπα ότι είχαμε χρόνια να
συναντηθούμε;
Τζένη: Ναι, έχω πιει λίγο παραπάνω, να με συγχωράς, καλή
μου .
Τερέζα: Λοιπόν;
Τζένη: Τι λοιπόν, χάρηκα που σε άκουσα, Τερέζα, λέω να τα
ξαναπούμε αύριο, γιατί τώρα παραπατάω, δεν νιώθω καλά.
Τερέζα: Καταλαβαίνω, αλλά με την τρίχα τι θα γίνει; Τζένη,
μ’ ακούς;
Τζένη: Σ’ ακούω, μην ουρλιάζεις! Τι λέγαμε;
Τερέζα: Για την τρίχα.
Τζένη: Ποια τρίχα, ρε Τερέζα; Α, ναι, την τρίχα... Την
τρίχα;
Τερέζα: Θα με τρελάνεις, σταμάτα να πίνεις τέλος πάντων! Τι
πίνεις;
Τζένη: Δεν πίνω τώρα... Δεν βλέπω πού είναι το μπουκάλι...
Θα ξαπλώσω λίγο, αν μου επιτρέπεις, καλή μου φίλη.
Τερέζα: Έτσι κάνουν οι καλές φιλενάδες;
Τζένη: Δεν αντέχω άλλο, Τερέζα .Το πρωί θα τα πούμε, το
πρωί, κλείνω τώρα…
Τερέζα: Ανάθεμα!
[Πετάει νευρικά το κινητό στον καναπέ και παίρνει το ποτό
να πιει. Πριν το ακουμπήσει στα χείλη της, αναφωνεί έκπληκτη]
Θεέ μου, κι άλλη τρίχα! Δεν είναι δυνατόν!
[Κοιτάει με έκπληξη το ποτήρι]
Αυτή είναι σίγουρα δικιά μου, δεν χωρά καμία αμφιβολία.
[Την πιάνει προσεχτικά και τη σηκώνει ψηλά στο φως, να τη
δει καλύτερα]
Τέλεια, με αποχρώσεις του γκρι και διάφανη στην άκρη... και...
κομμένη στα δυο. Στα δυο; Ψαλίδα!
[Πάει στον καθρέφτη και αρχίζει να ψάχνει προσεκτικά τα
μαλλιά της]
Και ’δω άλλη μία... και δω μια ακόμα...
[Συνεχίζει να ψάχνει με αγωνία Στο τέλος πιάνει το κεφάλι
της και κάθεται στον καναπέ]
Και τώρα, τι να κάνω τώρα; Α μάλιστα! Θα πάρω τηλέφωνο την κομμώτρια να της εξηγήσω...
[Κοιτάει το κινητό]
Τέσσερις η ώρα, θα κοιμάται. Το ζήτημα, όμως, είναι πολύ
σοβαρό, κάτι μεταξύ ζωής και θανάτου. Θα καταλάβει αυτή, είναι αλλοδαπή. Οι
αλλοδαπές δεν έχουν κόμπλεξ. Θα της πω πώς έχει η κατάσταση και ελπίζω να με
συγχωρέσει για το ακατάλληλο της ώρας και, αν όχι, θα της το κλείσω. Ευτυχώς,
όπου και να κοιτάξεις τριγύρω, πιο πολλά είναι τα κομμωτήρια από τα καφέ .
[Παίρνει τον αριθμό, αφού ψάχνει λίγο το κινητό]
Λουΐζα, εγώ είμαι, η Τερέζα...
Ναι, η Τερέζα.
Τι ώρα είναι;
Αρχίζει να ξημερώνει. Έχω ένα πολύ σοβαρό ζήτημα...
Ε, ναι, είναι προχωρημένη η ώρα.
Εντώ δεν είναι χωριό;
Το ίδιο είναι, αγάπη μου, τι χωριό τι πόλη, όλοι από χωριά
είμαστε...
Εγκώ δεν ξέρει εσένα, καληνύχτα;
Έλα τώρα, Λουΐζα, την προηγούμενη βδομάδα δεν μου έβαψες τα
μαλλιά και σου έδωσα και κάτι παραπάνω ,το ξέχασες;
Και βέβαια θα σου ξαναντώσω.
Πόσα;
Τι πόσα, ένα εικοσάευρω καλά είναι;
Άλλο τόσο;
Καλά, άλλο τόσο. Λοιπόν άκου…
Ναι, εγώ μιλάει, εσύ ακούει.
Όλως τυχαίως, μόλις γύρισα στο σπίτι, είδα στον καθρέφτη ότι έχω ψαλίδα.
Όχι, ψαλίδι, ψα λί δα! Ναι, που χωρίζει η τρίχα και γίνεται δυο.
Πιστόλι...
Α, εννοείς πιστολάκι για τα μαλλιά; Ναι, έχω.
Πατάει σκανδάλη μια φορά... μία σφαίρα... ένα κάθισμα, ένα θέση...
Κατάλαβα, όχι όλο ζεστό, ναι.
[Γελάει]
Όχι, δεν κάνω, χα χα! Εσύ είσαι επισήμους... επιστήμονς... είσαι επιστήμονας, το βρήκα.
Όχι πολύ κοντά μαλλιά… μακριά πιστόλι καίει φωτιά, τρίχες.
Έχω σαμπουάν.
Να, έχει τροφή... Ντυναμώνει μαλλί... Να έρθω αύριο να μου δώσεις χαρτί; Συνταή.
Ναι, θα έρθω, κυρία επιστήμονα, θα έρθω να φέρω και το χρήμα.
[Κλείνει το τηλέφωνο]
Εδώ ο κόσμος καίγεται... Άκου τι λέω! Πώς θα κοιμηθώ απόψε, δεν έχω ύπνο. Θα πάρω τη Νατάσα, την αδερφή μου, αλλά όχι-όχι ποιος την ακούει κι αυτή! Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια. Δεν μιλάμε πλέον για μια τρίχα, αλλά για πολλές τριχούλες, τόσες πολλές σε ένα μικρό κεφάλι σαν το δικό μου, είναι ό,τι χειρότερο που μου συμβαίνει. Το σίγουρο είναι ότι δεν θα το έχω δει μόνο εγώ, αλλά ο κόσμος όλος! Δηλαδή, πάνω από 50 άτομα 70, ίσως παραπάνω… Και βέβαια όλοι εμένα θα κοιτούσαν!
[Λικνίζεται ελαφρά]
Μια τέτοια κορμάρα και ο Θεός θα τη ζήλευε.
[Πλησιάζει τον καθρέφτη και τινάζει τα μαλλιά της επιδεικτικά. Κάθεται στο μικρό σκαμπό που είναι δίπλα και αρχίζει να ανακατώνει τα μαλλιά της.Ύστερα πιάνει μια τούφα και την ψηλαφίζει προσεχτικά. Μετράει μια, δυο... 10... 15]
Να η πρώτη! [Μετράει πάλι. Μια, δυο... Να και η δεύτερη... [Σταματάει, σηκώνεται] Δηλαδή μία κάθε 15. Μία τρίχα με ψαλίδα στις 15...
[Παίρνει πάλι στο τηλέφωνο τη Λουΐζα]
Εγώ είμαι πάλι... Έλα, μην θυμώνεις, μια ερωτήσουλα μόνο... Θα ξανακοιμηθείς... Πόσες τρίχες έχει το κεφάλι του ανθρώπου πάνω-κάτω; Τι 100.000;
Ευχαριστώ πολύ, αγάπη μου. Κοιμήσου τώρα ήσυχα.
Δεν μπορείς; Τι θα κάνεις;
Σήκω και φτιάξε καφέ. Πάρε τη σκούπα και καθάρισε το σπίτι. Θα περάσει γρήγορα η ώρα, θα πάει μεσημέρι και δεν θα καταλάβεις τίποτα.
Τι λέω;
Ε, τι να πω η καημένη, εγώ δεν έχω κλείσει μάτι και υποφέρω πραγματικά, έχω τον πόνο μου, κατάλαβες, ε;
Εντάξει, εντάξει δεν θα σε ξαναπάρω!
[Κλείνει το κινητό]
[Έντρομη] 100.000 τρίχες! Στάσου να δω...
[Κοιτάει το κινητό και πληκτρολογεί]
Θεέ μου! [Λέει και αναπηδά] 6.666.666666! Θα το ξανακάνω, δεν μπορεί, θα τρελαθώ σήμερα! [Μετράει πάλι]
Να το πάλι το ίδιο νούμερο, 6.666 τρίχες με ψαλίδα στο κεφάλι μου. Κάτι δεν πάει καλά σήμεραααα. Δεν φτάνει που είναι τόσες πολλές, αλλά είναι και διαβολικό το νούμερο!
[Πηγαίνει κοντά στο κομοδίνο όπου βρίσκεται ένα πικ-απ. Βάζει μουσική και αρχίζει να λικνίζεται, κάνοντας αστείες κινήσεις μπρος στον καθρέφτη. Μετά από λίγο σταματάει τη μουσική. Έχει λαχανιάσει]
Λες να με έχουν ματιάσει; Διόλου απίθανο! Είδα μερικές μου με κοίταγαν, έτοιμες να με φάνε. Λες; Ποια, ή ποιος, ξέρει να ξεματιάζει; Η Στέλλα, αυτή ξέρει να ξεματιάζει, αυτή τα ξέρει όλα. Αλλά τέτοια ώρα πάλι θα με κράξουν. Άσε να ξημερώσει λίγο και βλέπουμε...
[Χαμογελάει πονηρά και κουνάει το μικρό της δάχτυλο δείχνοντας το κοινό]
Αύριο θα είναι μια ξεχωριστή μέρα, κανείς και ποτέ δεν μπορεί, δεν μπορεί να σκεφτεί για μένα σαν εμένα. Εγώ αποφασίζω για μένα και κανείς άλλος ή άλλοι. Αύριο θα έχουν λυθεί όλα τα προβλήματα των άλλων, που δημιουργήθηκαν από μένα.
[Χαμογελάει και κάθεται στον καναπέ]
Άραγε, πώς θα νιώσουν οι γείτονες, αν βάλω τώρα στη διαπασών μια τρελή σοπράνο να τραγουδάει ξημερώματα;
[Σηκώνεται και πάει με αποφασιστικά βήματα στο πικ-απ. Ύστερα, σαν να το μετάνιωσε, στέκεται ακίνητη]
Να το κάνω ή όχι; Και τι με νοιάζει; Θα με σκοτώσουν, όχι. Θα φωνάζουν, θα πάρουν τηλέφωνο την αστυνομία, την πυροσβεστική, θα ουρλιάζουν να σταματήσω, θα χτυπούν τους τοίχους με τις γροθιές τους, θα κλοτσούν το πάτωμα, θα με απειλούν, θα βρίζουν θεούς και δαίμονες, αλλά εγώ... εγώ τίποτα... Κι ύστερα, άσε που κοντεύει να ξημερώσει και όλοι θα έχουν σηκωθεί για τις δουλειές τους. Να ήταν...
[Κοιτάει το κινητό της]
Να ήταν ας πούμε τρεις η ώρα, εεε τότε, τότε θα είχαν πρόβλημα μερικοί και μερικές.
[Έτσι όπως έχει πιάσει το κινητό της, κοιτά προσεχτικά τα νύχια της]
Ω, Θεέ μου!
Το κινητό της φεύγει από τα χέρια της]
Ένα σπασμένο νύχι!
[Σηκώνει και το άλλο χέρι και το κοιτάει]
Κι άλλο ένα εδώ!
[Φέρνει τα δυο της χέρια μπροστά και καλύπτει το πρόσωπό της. Ύστερα τα κατεβάζει και τα ξανακοιτάει, χωρίς να πει λέξη για λίγο, αδιάφορα]
Λοιπόν, ποιο το πρόβλημα, καλή μου; Ποιος να τα είδε; Κανείς! Τα νύχια μου θα κοιτούσαν όλοι ή το ωραίο μου σώμα;
[Δείχνει το σώμα της]
Α, μπα... Θα έπρεπε να ξέρουν ότι έχω σπασμένα νύχια και το βλέμμα τους να είναι κολλημένο πάνω στα χέρια μου. Δύσκολο το βλέπω... Μμμμ, εντάξει, κι αν το είδε κάποια ή κάποιος.
Άσε, ρε Τερέζα, πολύ καχύποπτη έχεις γίνει, σε βαρέθηκα πια, όλοι εσένα θα κοιτούσαν σαν θεά. Δεν λέω... αλλά το έχω... Σε λεπτομέρειες θα κολλήσουμε τώρα... Ναι, αλλά αν το είδαν, λέω τώρα.
Ωραία, πες ότι τα είδαν, ε και, τι έγινε, και οι θεές έχουν τα ελαττώματά τους! Κανείς δεν είναι τέλειος, όσο και αν το επιθυμούμε, όλο και κάτι δεν θα μας αρέσει.
[Πάει να καθίσει στον καναπέ και παραπατάει πάλι. Τελικά κάθεται και με απότομη κίνηση βγάζει το ψηλοτάκουνο και το περιεργάζεται]
Δεν φταις εσύ, καημένο μου. Δεν φταις εσύ καθόλου. Στα είκοσι πέντε σου ήσουν τέλειο, όλα ήταν τέλεια. Εγώ φταίω που μεγάλωσα. Σκέψου, δηλαδή... Όχι, δεν σκέφτομαι, τι να σκεφτώ, τι; Ότι ήταν δώρο από τη Σία στα εικοστά πέμπτα γενέθλιά μου;
Ότι έκανα σαν τρελή μόλις άνοιξα το κουτί και είδα μια μαγική απαστράπτουσα εικόνα βγαλμένη μέσα από το φως του ήλιου; Άαα, όχι, δεν θέλω να τα σκέφτομαι αυτά, δεν θέλω να γυρίζω πίσω στον χρόνο, γιατί δεν ωφελεί .
Ο χρόνος δεν έχει μνήμη και δεν θα θυμάται κανέναν, όταν χαθούμε. Μόνο κάτι στιγμές σαν και αυτή αξίζει και ολοκληρώνεσαι σαν οντότητα.
[Βγάζει και το άλλο ψηλοτάκουνο]
Και συ το ίδιο, αγαπημένο μου, σας λάτρεψα από την πρώτη στιγμή που σας είδα.
[Το πιάνει με τα δυο χέρια και το φυλάει απαλά. Ύστερα τα ξαναφοράει]
Θέλω μια ακόμα φορά, μια τελευταία φορά, να σας χαρώ σε έναν τελευταίο χορό... Δεν θέλω να μου το αρνηθείτε. Θυμάμαι πάρα πολλά με σας. Είστε οι πιο πολύτιμοι φίλοι μου. Όλοι κοιτούσαν τότε τα οπίσθιά μου.
[Σηκώνεται. Κουνάει τους γοφούς της όσο μπορεί πιο προκλητικά, αλλά με μια αστεία κίνηση. Φαίνεται να μην τα καταφέρνει και προσπαθεί πάλι]
Τι στιγμές... Αλλά πραγματικά τότε δεν τις ένιωθα όσο θα ήθελα, τώρα τις ζω, τις μυρίζω, έχω τη γεύση στα χείλη και… Θα ’θελα να τρέξω πίσω στον χρόνο και να τις αγκαλιάσω, να τις τυλίξω χίλιες και δύο φορές με το άρωμά μου, για να μην μπορούν να ξεφύγουν κι ύστερα… Ύστερα να πλέξω με τις ακτίνες του ήλιου μια διάφανη στολή, να μπορώ όποτε θέλω να τις βλέπω, ακόμα και στα πιο πυκνά σκοτάδια. Δεν θυμάμαι όμως χρώματα, κάτι αμυδρά και ξεθωριασμένα.
Μόνο το γκρίζο το χρώμα από τις φωτογραφίες, μαύρο, άσπρο, ανοιχτό κίτρινο, τίποτα ζωντανό. Αλλά εσάς σας θυμάμαι τόσο καλά, γιατί με πονάτε κάθε φορά που σας φορώ.
Ο πόνος λέει αλήθειες, με κάνει πιο ζωντανή και δεν έχει
αισθήματα, δεν βλέπει, δεν ακούει, δεν νιώθει. Δεν ξέρει ποια είμαι εγώ, απλώς
υπάρχει και δένει τόσο στο Είναι μου.
Είμαι εγώ, είμαι ο πόνος και δεν μπορώ να τον δαμάσω. Έρχεται όποτε θέλει, όποτε αυτός νομίζει ότι είναι η κατάλληλη στιγμή να με πονέσει. Τυχεροί είναι αυτοί που γεύονται τα βράδια το άρωμα της άνοιξης και ξεχνούν τον πόνο τους.
[Κοιτάει το ρολόι στο τοίχο]
Και συ καημένο σταμάτησες να δουλεύεις. Τόσα χρόνια γύριζες σαν τρελό γύρω-γύρω μάταια.
Όχι μάταια;
[Έχει πλησιάσει αρκετά κοντά]
Ναι, καταλαβαίνω...
Εκατομμύρια κύκλους να μετράς τον χρόνο σε στιγμές, σε ώρες, σε μέρες, σε χρόνια και πάλι από την αρχή. Να δίνεις ζωές, να παίρνεις ζωές... Να δίνεις χαρές... χαρές, ευτυχία στον κόσμο.
Μακάρι να έδινες μόνο χαρές και να έπαιρνες τις λύπες πίσω. Μακάρι, καλό μου, ρολογάκι. Σε βλέπω τώρα σταματημένο, ακίνητο, δεν μετράς πλέον τον χρόνο κάθετα, οριζόντια, διαγώνια, κυκλικά.
Τίποτα... είσαι ακίνητο. Περιμένεις να ξεθωριάσεις, να διαλυθείς, αλλά όχι... στη μνήμη μου σε κρατάω ακόμα. Σίγουρα όμως έχεις δει πιο πολλά από μένα μέσα σε αυτό το σπίτι, είμαι σίγουρη γι’ αυτό. Να σε ρωτήσω;
Τι απ’ όλα;
Να, θα ήθελα αν μπορούσα να γυρίσω τους λεπτοδείκτες σου μερικά χρόνια πίσω. Θα το έκανα βέβαια, αν γινόμουν... και πιο νέα! Μα και τώρα νέα είμαι, δεν είμαι, τι λες και συ; Σκέψου δηλαδή τι θα γινόταν, αν γυρίζοντας τους λεπτοδείκτες σου πίσω ,γινόμουν όλο και πιο νέα. Πόσα χρόνια θα κέρδιζα;
Άσε, ρε Τερέζα, τι μας λες, τόσο πανέξυπνο κορίτσι! Κορίτσι... τέλος πάντων, κοριτσάκι ήθελα να πω, και να μην το έχουν σκεφτεί άλλοι πριν από σένα. Πότε θα σταματήσει ο χρόνος...
Όλα σταματάνε κάποτε. Θ’ αργήσει λίγο, αλλά εγώ θα περιμένω... Εδώ... ακλόνητη και υπομονετική να δω το τέλος του κόσμου μου.
[Έχει πλησιάσει και το βλέμμα της έχει μείνει ακίνητο στο ρολόι, σαν να περιμένει να της μιλήσει. Έχει πάρει μια ικετευτική στάση και παραμένει έτσι ακίνητη μερικά δεύτερα. Σκύβει το κεφάλι της και γνέφει καταφατικά δύο φορές]
[Στην άκρη της σκηνής εμφανίζεται, κάτω από έναν προβολέα, μια πραγματική σοπράνο να τραγουδάει]
Θυμάμαι ακόμα κάποια από τα γενέθλιά μου, όταν είχαμε μαζευτεί εδώ. Όλη η τελευταία τάξη του λυκείου.
Χαρές, γέλια, αστεία, και συ ήσουν απέναντι τότε, εκεί που είναι τώρα η φωτογραφία με τους γονείς μου. Έλειπαν τη μέρα εκείνη, είχαν πάει σε έναν γάμο και θα γύριζαν την επόμενη. Για μένα όμως δεν γύρισαν ποτέ. Έτσι βρήκα την ευκαιρία να τους καλέσω όλους σε μια αποχαιρετιστήρια γιορτή στα γενέθλιά μου. Ήθελαν και να τους τραγουδήσω, ποια εγώ! Είχα ωραία φωνή από μικρή, δε λέω...
Δεν θέλω να τα θυμάμαι πια όλα αυτά με λεπτομέρειες, με πληγώνουν. Έχασα τους γονείς, τον αγαπημένο μου και σύντροφό μου, τον αδερφό μου.
Μόνο η μικρή μου αδερφή έμεινε, αλλά κι αυτή ξενιτεύτηκε με έναν Γάλλο. Εκεί γνώρισα τον άνθρωπο που πραγματικά αγάπησα. Δεν τον είχα καλέσει. Τον έφερε μια φίλη μου. Μιλήσαμε για πολύ λίγο. Ήταν ο έρωτας της ζωής μου, αλλά δεν διήρκησε πολύ. Έναν χρόνο αργότερα, πήρε υποτροφία στο εξωτερικό και από τότε τον έχασα.
Τον ακολούθησα στην Αγγλία για λίγο καιρό, αλλά δεν μπόρεσα να αντέξω τη ζωή τους εκεί, παρότι βρήκα δουλειά και οι συνθήκες ήταν ευνοϊκές, επαγγελματικά για μένα, αλλά, έπρεπε να γυρίσω πίσω.
Οι γονείς μου είχαν μεγάλα προβλήματα υγείας. Τελικά, δεν μπόρεσα άλλο, έφυγα και ήρθα πάλι στην πατρίδα.
Έχασα σχεδόν τα πάντα, γιατί όλοι αυτοί ήταν η ζωή μου.
Κανά δυο τρείς φίλοι που ζουν, αν ζουν ακόμη, έχω καιρό να τους δω.
Οι γονείς μου... τι έκαναν
τι να έκαναν;
[Γελάει]
Εκτός... εκτός από μένα και τ’ αδέρφια μου, τουλάχιστον είχα μια πολύ καλή παρέα, θα έλεγα.
Αλλά πραγματική υποστήριξη βρήκα μόνο από τον αδερφό μου. Ήταν πάντα εκεί, στις πιο δύσκολες στιγμές μου, και παρουσιαζόταν σαν από μηχανής θεός την κατάλληλη στιγμή.
«Πώς βρέθηκες εσύ εδώ;» τον ρωτούσα.
Ποτέ όμως δεν μου απάντησε. Καμία απάντηση. Μόνο ένα συμπονετικό χαμόγελο κι ύστερα... χανόταν. Αυτό και μόνο μου έφτανε. Ήταν εκεί μαζί μου, μου έδινε μια ανεξήγητη δύναμη και υπερνικούσα όλα τα εμπόδια. Είχα μια καταπληκτική υπεροπλία. Γινόμουν άτρωτη, σε κάθε είδους απειλή. Όλα αυτά ήταν το χαμόγελό του. Με καθησύχαζε, σαν να μου έλεγε:
«Μην είσαι ανόητη, αδερφούλα μου, κανείς δεν μπορεί να σε βλάψει Είμαι δίπλα σου».
«Ω! Πόσο σε αγαπώ!» του έλεγα, αλλά ήξερα ότι δεν με άκουγε. Μετά το πανεπιστήμιο... Ένα καλοκαίρι... Σε μια παραλία... τον βρήκαν πνιγμένο, μαζί με το κορίτσι του. Ποτέ δεν δόθηκε μια σωστή απάντηση, μια σαφής αιτιολογία. Πνίγηκε, αυτό ήταν όλο.
Οι γονείς μου αποδέχθηκαν το μοιραίο, χωρίς καμία διάθεση να το ψάξουν... Γι’ αυτούς είχε τελειώσει το «ζήτημα». Για μένα όμως αυτό το γεγονός μού κόστισε τόσο πολύ.
Δεν ήταν τόσο απλό να το ξεγράψω μεμιάς. Είχα την αίσθηση
ότι ήταν ψέματα και ότι κάποια στιγμή θα τον ξανάβλεπα. Όμως, πέρασαν πολλά
χρόνια και δεν τον ξαναείδα ποτέ ζωντανό.
Θα βάλω τελικά μουσική, έστω χαμηλά, για να ηρεμίσω λίγο, άλλωστε...
[Χαμογελάει]
Σε απόσταση ενός χιλιομέτρου δεν υπάρχει ψυχή, εδώ στην ύπαιθρο που είμαι. Μόνο κάτι αγελάδες, κάτι κότες, κάτι άλογα, και κανείς γείτονας, καμιά γειτόνισσα.
[Παίρνει έναν δίσκο και με αργές κινήσεις τον τοποθετεί στο πικ-απ. Ακούγεται μια σοπράνο, σε ένα πολύ γνώριμο και εμβληματικό τραγούδι. Μόλις τελειώνει, κλείνει το πικ-απ]
Έχω καλή παρέα, τελικά.
[Χαμογελάει. Κοιτάει το κοινό]
Δεν άκουσα φωνές διαμαρτυρίες ας πούμε... Ίσως να σας άρεσε.
Εδώ τριγύρω κανείς δεν νοιάζετε πότε θα σηκωθεί να πάει στη δουλειά του. Μόνο ο ταχυδρόμος περνάει κάπου-κάπου από τον δρόμο και εξαφανίζεται στην επόμενη στροφή, για να παραδώσει κάτι γράμματα σε μια μοναχική γριούλα.
Αλήθεια, έχω καιρό να τη δω, να ζει άραγε; Στα νιάτα μου, μου είχε πει κάποτε ότι τη ζήλευαν όλοι, γυναίκες, άντρες, γέροι, παιδιά, ακόμα και ο παπάς της εκκλησίας τη γλυκοκοίταζε. Τραγουδούσε κιόλας...
Αλλά αυτή δεν ενέδωσε σε κανέναν. Ήταν πολύ όμορφη, πράγματι. Μου είχε δείξει μερικές φωτογραφίες, όταν ήταν νέα. Απίστευτη αυτή η ομορφιά της.
Και ’γω εδώ... Απομόνωση, μοναξιά, τόσα χρόνια για μια χαμένη αγάπη. Ποια αγάπη;
Είπα σήμερα να βγω λίγο έξω. Κάποιοι φίλοι, δηλαδή, από τα παλιά με θυμήθηκαν. Όχι, δεν ήθελαν να γελάσουν μαζί μου, γιατί και ’γω το ίδιο θα έκανα.
Απλώς από περιέργεια ήθελαν να με δουν, να με ακούσουν. Ντύθηκα, στολίστηκα, φόρεσα τα καλά μου, έτσι τα έλεγα πριν πολλά χρόνια... Τα καλά μου, ναι, με μερικές αλλαγές, αλλά πάντα ήταν τα καλά μου.
[Χαμογελάει]
Τα καλά τους φορούσαν κι αυτοί. Το είπαν τιμητικά δεξίωση, έτσι να ακούγεται σοβαρά στα αυτιά μας.
[Έχει πλησιάσει τον καθρέφτη. Δείχνει τον εαυτό της]
Εσύ όμως ποτέ δεν κάνεις λάθος, είσαι η παντοτινή αλήθεια. Σήμερα όμως... θα σε ξεγελάσω. Θα κρυφτώ πίσω από τις λέξεις, τα όμορφα τα λόγια, τα ωραία φανταχτερά ρούχα, την ευγένεια, τους καλούς τρόπους και το αστραφτερό χαμόγελό μου.
Τον εγωκεντρισμό που συνθλίβει την απλότητα και το φυσικό της αποτέλεσμα. Το μοιρολόι μια ψυχής που δεν έζησε τα όνειρά της έτσι όπως τα ήθελε. Το δικό μου μοιρολόι και ίσως το δικό σας.
Πόσο πολύ μοιάζουμε μερικές φορές και... πολλές φορές έρχεται ξαφνικά διαπερνώντας αργά και βασανιστικά ένα-ένα τα κύτταρά μας.
[Κάνει μια στροφή γύρω από τον εαυτό της]
Είμαι τόσο δυνατή, δεν νιώθω καμιά ανασφάλεια. Όλα μου είναι γνωστά και χορεύουν μέσα μου έναν άγριο χορό, αλλά που μπορώ να τον τιθασεύω όποτε εγώ θέλω. Οι συνήθειες του παρελθόντος δεν με αγγίζουν.
Θα σε κάνω να νιώσεις ότι τίποτα δεν είναι αιώνιο. Τίποτα δεν διαρκεί για πάντα. Ακόμα και τα χιλιάδες κομματάκια σου, όταν διαλυθείς, δεν θα μπορέσουν ποτέ να ενωθούν. Θα κλάψεις όπως και ’γω για τις στιγμές που έζησα και κάθε δάκρυ σου θα είναι μια συγγνώμη, γιατί δεν είπες ποτέ την αλήθεια σε κανένα. Μόνο μερικές φορές που δεν σε κοίταγα... ήσουν αληθινός.
Ακόμα και μένα με ξεγέλασες, όταν κάποτε, μικρή που ήμουν, ήρθα από πίσω σου και φυσικά δεν ήταν κανείς.
[Χαμογελάει ειρωνικά]
Στιγμές που δεν μπορώ ποτέ να τις ξαναφέρω πίσω.
Κοιτάζοντας τα μάτια σου στη λεία επιφάνειά σου, θα σου πω ποια είμαι τις μέρες και τα χρόνια που δεν με έβλεπες, αλλά είμαι σίγουρη ότι όλο και κάτι θα άκουγες από τους γονείς μου.
Αν μιλούσες, θα μου έλεγες πολλά. Δεν ξέρω όμως αν θα ήθελα να ακούσω. Όχι όμως τώρα, κάποια άλλη στιγμή.
Δεν μιλάς, θα το θεωρήσω συναίνεση, μια σιωπηλή συναίνεση, αυτό που κάνεις τώρα και που έκανες από τη στιγμή που δημιουργήθηκες.
Περίμενες πάντα το πρώτο βήμα από το φως, για να μου δείξεις το σκοτάδι... Θα σου πω, θα σου πω ποια ήμουν, όταν δεν με ’βλεπες να σε κοιτώ.
Πριν πολλά χρόνια λοιπόν, τη ζωή μου τη έζησα σε περιοδείες ανά τον κόσμο, αλλά όχι με τα αγαπητά μου πρόσωπα. Μόνη, με παρέα τους εκπροσώπους των χορηγών και τους εκάστοτε ατζέντηδες των εκδηλώσεων.
Είχα πάρει σβάρνα όλες τις ευρωπαϊκές όπερες.
Θυμάμαι το άγχος των διοργανωτών μην πάθω κάτι και ματαιωθεί η εκδήλωση. Έτρεμαν με την ιδέα μιας τέτοιας περίπτωσης.
To μόνο που χάρηκα ήταν η αναμονή της επόμενης μέρας, όχι ακριβώς έτσι, αλλά ένιωθα περίεργα. Αναρωτιόμουν αν θα έκανα καλή εντύπωση. Τα θέατρα όπου εμφανιζόμουν ήταν τεράστια.
Φρόντιζα γενικώς την αμφίεσή μου από την κορφή έως τα νύχια, «αυτό μου έμεινε».
[Δείχνει με το δάχτυλο το πρόσωπό της]
Πολύ κόσμος, αλλά λίγοι καταλαβαίναν από όπερα.
Οι πιο εξοικειωμένοι, οι λάτρεις δηλαδή της όπερας. Κάτι ελάχιστοι από περιέργεια και κάποιοι άλλοι, οι περισσότερο δηλαδή, κοίταζαν την παρουσία, το κορμί... Να σε ξεγυμνώνουν αργά και βασανιστικά, έστω και από μακριά, με αυτά τα περίεργα μικρά κιάλια του θεάτρου.
Έτσι ένιωθα, αλλά αυτή η στάση μου και η φαντασίωσή μου έδινε μια ανεξήγητη δύναμη, μια υπεροχή, γιατί ήξερα τη χημεία τους και την εκμεταλλευόμουν με τις κινήσεις. Απλές, κομψές, χαριτωμένες, σέξι.
Είχα δώσει μια διαφορετική διάσταση στην ερμηνεία. Μακράν και πέραν της κλασικής και τυποποιημένης έκφρασης του σώματος. Αυτό με κρατούσε ζωντανή. Μια ελεύθερη κίνηση, έτσι όπως την αισθανόμουν. Ο κόσμος; Κάποιοι να χασμουριόνται, κάποιοι να κοιμούνται, άλλοι να αδιαφορούν, να συζητούν... μόνο έρωτα δεν έκαναν και να έχουν να λένε ύστερα ότι... να, χτες πήγα στην όπερα, και όταν τους ρωτούσαν ποιος η ποια τραγουδούσε, χαμογελούσαν ειρωνικά.
Έλα τώρα, τι ερωτήσεις είναι αυτές; Ήταν υπέροχα, περάσαμε καταπληκτικά, σου λέω. Ήταν όλα τα χρώματα μαζί, σαν ουράνιο τόξο, αλλά αυτή τη φορά μέσα στο κτίριο της όπερας κι έπαιζαν τόσο όμορφα κάνοντας κύκλους άλλαζαν σχήματα και μια μελωδία, λες και ήταν η ανάσα της θάλασσας που άγγιζε τα άνθη και κείνα από τη χαρά τους χόρευαν στην αρμονία και στο φως του ήλιου.
Αυτά θα έλεγαν οι ποιητές...
[Πλησιάζει στο κομοδίνο και παίρνει από ένα συρτάρι, αφού ψάχνει λίγο, έναν φάκελο. Βγάζει ένα γράμμα και αρχίζει να διαβάζει]
Από τον καλλιτεχνικό διευθυντή της όπερας του Βερολίνου. Αυτή η πρόσκληση ήρθε δια μέσου πρεσβείας.
[Σηκώνει το χέρι της και την ανεμίζει επιδεικτικά]
Η αρχή της καριέρας μου στο εξωτερικό...
Αγαπητή κυρία Ουρανία Τερέζα,
Επικαλούμενος τη φήμη σας αλλά και τη μοναδική, ιδιαίτερη για εμένα προσωπικά, ζωντανή, με πρωτόγνωρο πάθος, φωνής σας, θα σας ήμουν ευγνώμων αν μας κάνατε την τιμή να μας επισκεφτείτε στην πατρίδα μας, για μια παρουσία σας στην όπερα μας.
Με τιμή,
Γιόχαν Αντρέι. Καλλιτεχνικός διευθυντής
της ορχήστρας.
Ξεκινώντας από τη Γερμανία, τελειωμό δεν είχαν ύστερα οι εμφανίσεις μου σε όλη την Ευρώπη. Εκεί γνώρισα και τη Βίκη Λ., μεγάλη Ελληνίδα τραγουδίστρια. Ήμουν πραγματικά τυχερή που στην εποχή μου συνάντησα τους θρύλους του παγκόσμιου ελληνικού τραγουδιού.
Μαρία Κάλλας. Το είδωλό μου, η καλύτερη, η έμπνευσή μου, η πηγή που έπινα λες τον ήχο της θεϊκής της φωνής.
Η επίσκεψή μου στη Μόσχα ήταν μια ξεχωριστή και μοναδική εμπειρία για μένα. Εκεί υπήρχε μια διαφορετική κουλτούρα.
Όσον αφορά το θέαμα και τη μουσική, όλα είχαν κάτι το διαφορετικό. Δεν θα σταθώ όμως εκεί.
Οι άνθρωποι που με συνόδευαν, μου έδιναν την εντύπωση ότι με ήξεραν πάρα πολύ καλά και δεν με ρωτούσαν σχεδόν ποτέ τι ήθελα.
Ήξεραν ακριβώς και την παραμικρή λεπτομέρεια της κάθε ανάγκης μου και πάντα ήταν ένα βήμα μπροστά. Ήταν τότε η εποχή που μεσουρανούσε το κλασικό μπαλέτο με τον ασύγκριτο Νουρέγιεφ, τον Ρούντολφ Νουρέγιεφ, τον μοναδικό καλλιτέχνη, τον χορογράφο και τον πιο σπουδαίο χορευτή μπαλέτου όλων τον εποχών. Έτυχε να παραβρεθώ στις πιο διάσημες χορευτικές του στιγμές και εδώ στην Ελλάδα, αν θυμάμαι καλά, ήταν το 1966 στο Ηρώδειο, στο Ρωμαίος και Ιουλιέτα.
Τι απίστευτες χορευτικές φιγούρες, λες και πετούσε σαν πεταλούδα στα άνθη, και τα λουλούδια τον περίμεναν με αγωνία πότε θα αγγίξουν την αύρα του σώματός του. Πέρασαν χρόνια από τότε, αλλά είναι τόσο νωπή στη μνήμη μου αυτή η παράσταση, όπως και οι άλλες βέβαια, και δεν μπορώ να τις ξεχάσω. Είχαν μια σημασιολογική έννοια, αυτό είναι το γεγονός ότι τις θυμάμαι ακόμα τόσο ζωντανά. Η Νανά μου πάλι... Η πιο αγαπημένη μου φίλη. Τη γνώρισα στο Παρίσι, σε μια περιοδεία μου, όταν είχε έρθει να με ακούσει. Τι φωτογραφίες, τι κόσμος, όταν σφίξαμε τα χέρια στο τέλος της παράστασης! Άστραφταν τα φλας των δημοσιογράφων. Δύο κορυφαίες Ελληνίδες στο Παρίσι, έγραφαν την άλλη μέρα οι εφημερίδες.
Λες και όλα τότε συνέβησαν αποκλειστικά για μένα, για να επιτευχθεί ο σκοπός της ελπίδας για το αύριο, για ένα καλύτερο αύριο, που όμως ποτέ δεν ήρθε, ποτέ, όσο και αν προσπάθησα.
Πάλευα σε όλη τη ζωή μου και προσπαθούσα να φανταστώ μια άλλη μέρα καλύτερη από την προηγούμενη. Όσο περνούσε ο καιρός όμως, τόσο πιο πολύ απογοητευόμουν.
Δεν στέριωσε τίποτα προσωπικό.
Για έναν ανεξήγητο λόγο, οι σχέσεις μου δεν κρατούσαν πάνω από μήνα. Τα βράδια
έκλεινα τα μάτια μου και ονειρευόμουν ψήγματα ευχαρίστησης.
Τα ωραιοποιούσα, τα μεγέθυνα, και πάντα τα στόλιζα με χρώματα, χιλιάδες αποχρώσεις τους, για να με κρατούν ζωντανή. Χαμογελούσα με αυτά που φανταζόμουν, αλλά το ήθελα. Είχα βρει μια διαφυγή, αναμένοντας το ιδανικό αύριο.
Μια οικογένεια ήθελα. Ζήλευα, ναι πραγματικά ζήλευα, τις γυναίκες που έκαναν παιδιά και τα χαίρονταν. Πλήρωσα το τίμημα της δόξας μου. Τα έδωσα όλα για να γίνω μια αληθινή σταρ.
Έχασα την ουσία όμως. Θα προτιμούσα να είχα μια καλύτερη ζωή, πιο απλή, πιο ήρεμη, χωρίς το άγχος της επόμενης μέρας.
Έτσι ήμουν εγώ, σαν τη μαργαρίτα, το πρωί άνοιγα τα φτερά μου, τα σήκωνα ψηλά στον ουρανό να στραγγίσω και τη μικρότερη ηλιαχτίδα στα σωθικά μου, και το βράδυ τα χαμήλωνα φυλάγοντας το φως του ήλιου μέσα μου.
Είμαι η αντήχηση της σιωπής και του πόνου.
[Με αργά βήματα πηγαίνει πίσω από τον καθρέφτη]
Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ο καθρέφτης, αλλά το πλαίσιό του.
[Ακούγεται το αγαπημένο της τραγούδι. Σιγά-σιγά το φως χαμηλώνει και εμφανίζεται να βγαίνει από καθρέφτη με άσπρα μαλλιά, φορώντας ένα νυχτικό και κρατώντας ένα μπαστούνι. Φαίνεται πολύ γερασμένη. Πλησιάζει τον καναπέ και ξαπλώνει σε μια στάση ύπνου]
ΤΑ ΦΩΤΑ ΣΒΗΝΟΥΝ ΕΝΤΕΛΩΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου